βουλεύομαι

βουλεύομαι
med. совещаюсь, обдумываю, задумываю, решаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "βουλεύομαι" в других словарях:

  • βουλεύομαι — βλ. βουλεύω …   Dictionary of Greek

  • βουλεύομαι — βουλεύω take counsel pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Griechisches Parlament — Das heutige Parlamentsgebäude vom Syntagma Platz Das Griechische Parlament (griechisch Vouli ton Ellinon Βουλή των Ελλήνων, vom altgriechischen Verb griechisch bouleuomai βουλεύομαι, ‚denken‘, ‚entscheiden‘, ‚an einem Rat teilnehmen, um …   Deutsch Wikipedia

  • Parlament Griechenlands — Die große Moschee in Nafplion, 1825 bis 1828 provisorischer Sitz der Nationalversammlung Das ehemalige Parlamentsgebäude in der Stadiou Straße …   Deutsch Wikipedia

  • Vouli ton Ellinon — Die große Moschee in Nafplion, 1825 bis 1828 provisorischer Sitz der Nationalversammlung Das ehemalige Parlamentsgebäude in der Stadiou Straße …   Deutsch Wikipedia

  • Voulí ton Ellínon — Die große Moschee in Nafplion, 1825 bis 1828 provisorischer Sitz der Nationalversammlung Das ehemalige Parlamentsgebäude in der Stadiou Straße …   Deutsch Wikipedia

  • βουλεύω — (AM βουλεύω) Ι. συμβουλεύω αρχ. 1. σκέπτομαι, κρίνω 2. σχεδιάζω, προετοιμάζω, μηχανεύομαι 3. αποφασίζω να κάνω κάτι 4. είμαι μέλος της βουλής II. βουλεύομαι (AM βουλεύομαι) 1. σκέπτομαι, μελετώ 2. συσκέπτομαι με άλλους και αποφασίζω μσν.… …   Dictionary of Greek

  • совещаюся — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  глаг. (греч. συμβουλεύομαι) сοветуюсь; (συμφωνέω) сговариваюсь,… …   Словарь церковнославянского языка

  • αναβουλεύομαι — ἀναβουλεύομαι (Μ) αλλάζω γνώμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + βουλεύομαι] …   Dictionary of Greek

  • κέρδος — Η διαφορά του κόστους από τα έσοδα που αποφέρει μια οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τη λογιστική έννοια, ή η αμοιβή της επιχειρηματικότητας ως συντελεστή παραγωγής, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία. Στη λογιστική, το κ. καταγράφεται στην… …   Dictionary of Greek

  • καταβουλεύομαι — (Μ) συσκέπτομαι, αποφασίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βουλεύομαι «αποφασίζω»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»